ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ

Αν θέλετε ακολουθήστε μας, κοινοποιήστε ή κάνετε like:

Χλώριο! Χλώριο!

Γράφει ο Ανδρέας Σοκοδήμος

Ήταν καλοκαίρι. Ήμουν στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. Έπαιζα στην αυλή, κάτω από τη βαθιά σκιά της κληματαριάς που τη σκέπαζε από τη μία άκρη της ως την άλλη. Το παιχνίδι μου συνόδευε η μονότονη συναυλία των τζιτζικιών που ρουφούσαν τους χυμούς της πλατύφυλλης μουριάς μας, διασκεδάζοντάς μας με τα τζι-τζι-τζι!

Κάποια στιγμή ακούστηκε μια νεανική, αλλά δυνατή φωνή που έλεγε: «Χλώριο! Χλώριο!» Πρώτη-πρώτη που αντέδρασε στο γενικό κάλεσμά του ήταν η κυρία Άννα, η νοικάρισσά μας, που νοίκιαζε με τον σύζυγό της ένα δωματιάκι του σπιτιού μας. Πήρε δυο τρεις άδειες μπουκάλες από κρασί ή λάδι που φύλαγε σε ένα ξύλινο κασόνι πλάι στην πόρτα της και βγήκε να τον συναντήσει στο απέναντι πεζοδρόμιο που είχε σκιά από την τεράστια καρυδιά του κυρ-Μανώλη.

Πάνω στην τρίκυκλη μοτοσικλέτα του βρίσκονταν τρεις μεγάλες κοντόχοντρες μπουκάλες ντυμένες με ψαθί και τσέρκι, ενώ ο στόμιό τους έκλεινε με φελλό. Ο νεαρός μικροπωλητής ήταν ψηλός, αδύνατος, ξανθός, γαλανομάτης, κοκκινοπρόσωπος –ίσως λόγω της καλοκαιρινής ζέστης- και με αραιά μαλλιά. Σε λίγα μόλις λεπτά πλάι στις μπουκάλες της κυρίας Άννας στέκονταν παρατεταγμένες στη σειρά οι μπουκάλες της μητέρας μου και εκείνες από καναδυό άλλες γειτόνισσες. Ο νεαρός έβαλε την άκρη ενός δίμετρου σχεδόν λάστιχου ποτίσματος σε μία μεγάλη μπουκάλα που περιείχε χλωρίνη χύμα και την άλλη άκρη του λάστιχου την έβαλε ανάμεσα στα χείλη του κι άρχισε να ρουφάει.

Τον παρακολουθούσα έκπληκτος. Όχι γιατί ήξερα ότι η χλωρίνη ήταν καυστικό καθαριστικό υγρό, αλλά γι΄ αυτό που έκανε και μάλιστα με άνεση και ψυχραιμία. Δεν το είχα ξαναδεί μέχρι τότε. Η επόμενη κίνησή του ήταν να βγάλει το λάστιχο από το στόμα και να το βάλει βιαστικά μέσα στο στόμιο της πρώτης άδειας μπουκάλας της πρώτης πελάτισσας. Σχεδόν ταυτόχρονα έσκυψε και έφτυσε στο χωματόδρομο όση ποσότητα χλωρίνης έφτασε από το ρούφηγμα στο στόμα του.

Το λάστιχο γέμισε σιγά-σιγά όλες τις μπουκάλες. Οι νοικοκυρές τον πλήρωσαν και αποχώρησαν. Είχαν εξασφαλίσει το δραστικό καθαριστικό υγρό για τους δύσκολους λεκέδες της μπουγάδας τους. Εκείνος τύλιξε το λάστιχο, το στήριξε σε ένα πλαϊνό σίδερο της καρότσας του τρικύκλου του, έβαλε το πώμα στην μπουκάλα και ετοιμάστηκε να φύγει. Σε λίγο, καθώς απομακρυνόταν με χαμηλή ταχύτητα άρχισε πάλι να φωνάζει: «Χλώριο! Χλώριο!» Επόμενη στάση του στην επόμενη γειτονιά.

 

Αν θέλετε ακολουθήστε μας, κοινοποιήστε ή κάνετε like: