Με αιχμή τη φορολογική δικαιοσύνη και την τοπική αυτοδυναμία, επανέρχεται η πρόταση για μεταφορά του φόρου ακινήτων στους ΟΤΑ

«Ο ΕΝΦΙΑ στους Δήμους δεν είναι πολυτέλεια – είναι όρος επιβίωσης», ξεκαθαρίζει ο Δήμαρχος Χαράλαμπος Μπονάτσος
Του Νίκου Γκαρόζη
Πρόκειται για ένα θέμα που ταλανίζει, απασχολεί και χρονίζει τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης εδώ και χρόνια και απασχολεί και κυβερνήσεις που έκαναν κάποιες νύξεις για την πραγματοποίησή του, χωρίς ωστόσο να προχωρήσουν πέρα από το αρχικό στάδιο τη; διακήρυξης προθέσεων. Ο λόγος για τη μεταβίβαση είσπραξης και διαχείριση ΕΝΦΙΑ στους ΟΤΑ, ώστε να χρηματοδοτούν βασικές ανάγκες των δημοτών τους αλλά και των ιδίων των θεσμικών φορέων που οι ίδιοι διοικούν, με αναλογικότητα, ανταποδοτικότητα και κατανομή δικαιότερη από εκείνη που κάνει το κεντρικό κράτος προς όφελος των τοπικών κοινωνιών. Πρόσφατα το θέμα αυτό έθιξε πρόεδρος της ΚΕΔΕ κύριος Λάζαρος Κυρίζογλου τονίζοντας, μεταξύ άλλων ότι «βασική προϋπόθεση για την ΚΕΔΕ προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία, είναι τα έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ να προστεθούν στους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ), ώστε να διασφαλιστεί η οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα των Δήμων».
Ο κύριος Κυρίζογλου επισήμανε ότι οι Δήμοι έχουν ανάγκη από ενίσχυση των οικονομικών τους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες αρμοδιότητες χωρίς αντίστοιχους πόρους. «Η απόδοση του ΕΝΦΙΑ μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της τοπικής αυτοδιοίκησης, με την προϋπόθεση όμως ότι θα προστεθεί στους ΚΑΠ και δεν θα αποτελέσει αντικατάσταση υφιστάμενων πόρων», ανέφερε.
Η πρόταση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης στρατηγικής της ΚΕΔΕ για την ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των δήμων, με στόχο την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών και την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδας προς την ίδια κατεύθυνση
Ωστόσο, αίσθηση προκάλεσε σε αρκετούς η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδας και του ίδιου του διοικητή της κυρίου Γιάννη Στουρνάρα να αποδοθεί η είσπραξη και η αξιοποίηση του ΕΝΦΙΑ εξ ολοκλήρου στους ΟΤΑ. Όπως επισημαίνεται σε σχετική αναφορά η οποία συμπεριλαμβάνεται στη φετινή έκθεσή του για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, είναι ώριμες οι συνθήκες και αδήριτη η ανάγκη της διαχείρισης και είσπραξης του φόρου ακίνητης περιουσίας ύψους 2,3 δισ. ευρώ από τους ΟΤΑ.
Στην έκθεση, υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ΕΝΦΙΑ, ως φόρος που επιβάλλεται σε ακίνητα εντός των γεωγραφικών ορίων κάθε Δήμου, θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα όταν διαχειρίζεται τοπικά. Οι Δήμοι διαθέτουν εγγύτερη γνώση της φορολογικής βάσης, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της γραφειοκρατίας, καλύτερο εντοπισμό των αδήλωτων εισοδημάτων από ακίνητα και στοχευμένη χρήση των εσόδων για τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, η ανταποδοτικότητα του φόρου θα ενισχυθεί, αφού τα χρήματα που πληρώνουν οι πολίτες θα επιστρέφουν σε τοπικές υποδομές, κοινωνικές υπηρεσίες και έργα που αντανακλούν άμεσα τις προτεραιότητες της κάθε περιοχής.
Αξίζει να σημειωθεί πως η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών ως προς τη φορολογική αποκέντρωση, με μόλις το 2,94% των φορολογικών εσόδων να διαχειρίζονται οι τοπικές αρχές, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 12,64%. Η μεταβίβαση της διαχείρισης του ΕΝΦΙΑ στους Δήμους θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την εικόνα, δίνοντάς τους μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία και καλύτερη ικανότητα να ανταποκριθούν στις τοπικές ανάγκες.
Βέβαια, η ΤτΕ ότι πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα που θα απαιτούσε προσεκτικό σχεδιασμό κατά το στάδιο της μετάβασης, ώστε να αποφευχθούν αναποτελεσματικά σχήματα που θα περιόριζαν την ανταποδοτικότητα του φόρου, παραθέτει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της πρότασης.
Στα υπέρ περιλαμβάνονται τα μικρά περιθώρια φοροδιαφυγής, διότι η φορολογική βάση, δηλαδή το ακίνητο, δεν μπορεί εύκολα να αλλοιωθεί στις φορολογικές δηλώσεις. Επιπλέον, ο φόρος περιουσίας είναι επίσης ένας ουδέτερος φόρος, υπό την έννοια ότι μεταβολές των φορολογικών συντελεστών δεν συνδέονται με στρεβλώσεις της φορολογικής βάσης.
Έτσι λοιπόν, η τοπική αυτοδιοίκηση, αναλαμβάνοντας την είσπραξη του ΕΝΦΙΑ, δεν θα έχει να επωμιστεί το υψηλό κόστος ενός ελεγκτικού φορολογικού μηχανισμού, καθώς θα έχει το πλεονέκτημα που προκύπτει από την καλύτερη γνώση της ακίνητης περιουσίας και της χρήσης της εντός των ορίων της γεωγραφικής της περιφέρειας. Η γνώση αυτή θα επιτρέψει στους ΟΤΑ να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής βοηθώντας στον καλύτερο εντοπισμό εισοδημάτων από ακίνητα (π.χ. αδήλωτα).
Σημαντικό είναι πως τα έσοδα του ΕΝΦΙΑ θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της οικονομικής αυτοδυναμίας των ΟΤΑ και θα τους δίνουν τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται πιο στοχευμένα στις τοπικές ανάγκες (π.χ. ανάπτυξη τοπικών υποδομών και υπηρεσιών), διασφαλίζοντας την ανταποδοτικότητα του φόρου.
Δήλωση του Δημάρχου Φιλοθέης-Ψυχικού, Χαράλαμπου Μπονάτσου
«Η ιδέα να αποδοθεί ο ΕΝΦΙΑ στους Δήμους δεν είναι απλώς δίκαιη – είναι απολύτως απαραίτητη. Είναι ένα θέμα που επανέρχεται εδώ και χρόνια, και τώρα η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδας προτείνει την αντικατάσταση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ) με τον ΕΝΦΙΑ – δηλαδή τα χρήματα που δίνει το Κράτος στους Δήμους για τις υποχρεώσεις τους. Τα θέματα είναι συγκεκριμένα: Η οικονομική υπηρεσία του Δήμου μας είναι υποστελεχωμένη και ήδη επιβαρυμένη, ειδικά μετά την κατάργηση των νομικών προσώπων. Δεν έχουμε δυνατότητα πρόσληψης μόνιμου προσωπικού για να ανταποκριθούμε σε μια τέτοια αρμοδιότητα. Για το 2024, με βάση τον νόμο 3852/10, θα έπρεπε να αποδοθούν στους Δήμους 8,035 δισ. ευρώ μέσω ΚΑΠ. Αντ’ αυτού λάβαμε μόλις 2,39 δισ. ευρώ – ποσό κάτω ακόμη και από το πλαφόν των 3,7 δισ. ευρώ. Από το 2011, οι επιχορηγήσεις μειώνονται συνεχώς, ενώ οι υποχρεώσεις μας αυξάνονται. Η Κυβέρνηση μάς χρωστάει – όχι το αντίστροφο. Μακάρι να μας αποδοθεί ο ΕΝΦΙΑ. Κάθε Δήμαρχος θα μπορεί να κάνει πραγματικό κουμάντο στον τόπο του. Ο Δήμος μας, μαζί με την Κηφισιά, είναι πρώτος σε καταβολή ΕΝΦΙΑ – δεν είναι δυνατόν οι πολίτες μας να πληρώνουν χωρίς ανταποδοτικότητα. Το μέτρο, φυσικά, δεν μπορεί να είναι οριζόντιο. Υπάρχουν Δήμοι όπου τα έσοδα από ΕΝΦΙΑ δεν επαρκούν – εκεί χρειάζονται μηχανισμοί εξισορρόπησης, όπως οι ΚΑΔ. Ο ΕΝΦΙΑ στους Δήμους σημαίνει αποκέντρωση με ευθύνη. Αν μας εμπιστευτούν, ξέρουμε τι να κάνουμε”.
Φορολογική δικαιοσύνη με μεταφορά πόρων στους οικονομικά ασθενέστερους μέσω του ΕΝΦΙΑ, από τους Δήμους…
Το εν λόγω φορολογικό εργαλείο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους ΟΤΑ αναδιανεμητικά, με βάση το κριτήριο της κάθετης και οριζόντιας ισότητας (horizontal and vertical equity) ώστε οι φορολογούμενοι με την ίδια περιουσία και την ίδια φοροδοτική ικανότητα να φορολογούνται το ίδιο. Για παράδειγμα, η φορολόγηση ακινήτων θα μπορούσε να περιλαμβάνει απαλλαγές και εκπτώσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών (π.χ. ηλικιωμένους, άτομα χαμηλού εισοδήματος κ.ά.) ή/και να επιβάλλει προοδευτικό φορολογικό συντελεστή ανάλογα με την αξία του ακινήτου, όπως γίνεται στη Γαλλία, τη Δανία και την Ιρλανδία.
Ανάπτυξη φορολογικών μηχανισμών από τους ΟΤΑ ένα από τα προαπαιτούμενα…
Αναφορικά με τα μειονεκτήματα της διαχείρισης του ΕΝΦΙΑ από τους δήμους, σημειώνεται η έλλειψη τεχνοκρατικής υποδομής για την πλειοψηφία των Δήμων και η ανάγκη εκπαίδευσης και εξοικείωσής τους με τα σχετικά εργαλεία. Κάτι τέτοιο δεν είναι ανεξάρτητο από το μέγεθος των Δήμων – επιπλέον, αποτελεί πρόκληση αφού η αποτελεσματική διαχείριση του φόρου περιουσίας προϋποθέτει τεχνογνωσία, εμπειρία και εξειδικευμένο προσωπικό, η υλοποίηση των οποίων εξαρτάται και από τη βούληση των ίδιων των δήμων. Μια τέτοια προσπάθεια συνδέεται αναπόφευκτα με αυξημένο διοικητικό κόστος μεσοπρόθεσμα και ενδεχομένως με τον κίνδυνο κακοδιαχείρισης, που όμως θα αντισταθμίζεται από αμεσότερη λογοδοσία προς τις τοπικές κοινωνίες.
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το top-nea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
